Categories
Hθοποιοί Hθοποιοί Ρ-Ω Παρασκήνιο

Υβόν Σανσόν: Η συμπρωταγωνίστρια του Δημήτρη Χορν στο ”Μια ζωή την έχουμε

Την πανέμορφη Υβόν Σανσόν τη θυμόμαστε από τη συμμετοχή της στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, ”Μια ζωή την έχουμε” (1958), στο πλευρό του Δημήτρη Χορν.

[sc:3]

Ήταν και η πρώτη απόπειρα του Φίνου να ξανοιχτεί στο εξωτερικό, φέρνοντας από την Ιταλία την Ευρωπαία σταρ Υβόν Σανσόν.

Για να είμαστε ακριβείς, ωστόσο, ακόμη και τότε, στις δόξες της, η Σανσόν δεν ήταν ”πρώτο όνομα”.

Ήταν μία στάρλετ που εμφανιζόταν σε λαϊκές ταινίες της γείτονος, κυρίως αισθηματικές κομεντί. Αντίθετα, θα λέγαμε πως τα σημαντικότερα περάσματα της από τον κινηματογράφο τα έκανε πολλά χρόνια αργότερα, όπως θα δούμε παρακάτω, σε ώριμη ηλικία.

Η ταινία ”Μια ζωή την έχουμε” του καλού σκηνοθέτη Γιώργου Τζαβέλλα με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και με συμπρωταγωνιστή της Σανσόν, τον Δημήτρη Χορν, αγαπημένο παιδί του Φίνου, δεν περπάτησε.

Έκανε πρεμιέρα στις 8 Μαΐου του 1958 και έκοψε 98.584 εισιτήρια στην α’ προβολή της στην Αθήνα.

Αντίθετα, η ”Θεία από το Σικάγο”, που γυρίστηκε ως ”παρακατιανή” ταινία, ήρθε πρώτη σε εισπράξεις την ίδια χρονιά.

Ίσαμε τότε που γυρίστηκε το ”Μια ζωή την έχουμε” και από το 1946, που άρχισε να παίζει στον κινηματογράφο, η Υβόν Σανσόν είχε εμφανιστεί σε ταινίες, κομεντί και μελοδράματα, των Αλμπέρτο Λατουάντα, Ρικάρντο Φρέντα, Λουίτζι Κομεντσίνι κ.α.

Μία απ’ αυτές τις ταινίες, μολονότι δεν διεκδικεί σήμερα καμία σημαντική θέση στον παγκόσμιο κινηματογράφο, έφτασε για να την αναδείξει σε σταρ στη χώρα μας, όπως και τον συμπρωταγωνιστή της, τον Ιταλό γόη Αμαντέο Νατσάρι:

Επρόκειτο για το αισθηματικό δράμα ”Torna! (ελλην. τίτλος Γύρνα πίσω) του Ραφαέλο Ματαράζο από το 1953.

Η Υβόν Σανσόν είχε γεννηθεί τον Αύγουστο του 1925 (και όχι τον Ιανουάριο του 1926) στη Θεσσαλονίκη από πατέρα Γάλλο ελληνορωσικής καταγωγής και μητέρα Τουρκάλα.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Σαπουντζάκη.

Στην Ιταλία έφυγε στις αρχές της δεκαετίας του 1940, σε εφηβική ηλικία, όπου ασχολήθηκε εκτενώς και αποκλειστικά με τον κινηματογράφο.

Όταν τη ζήτησε ο Φίνος για την ταινία του Τζαβέλλα, θυμόταν ελάχιστα τα ελληνικά, εξ ου και ντουμπλαρίστηκε από την ηθοποιό Θεανώ Ιωαννίδου.

[sc:5]

Η άφιξη της όμως στην Αθήνα προκάλεσε πάταγο, αποτέλεσε το Νο 1 κοσμικό νέο της εποχής και για χάρη της διοργανώθηκαν πάρτι και δεξιώσεις.

Ο Φίνος έφτασε στο σημείο να φτιάξει μέχρι και τουαλέτες, εφόσον στα στούντιο των Αγίων Αναργύρων μέχρι και το 1957 οι ηθοποιοί έκαναν στα χωράφια την ”ανάγκη” τους.

Παροιμιώδης η ατάκα του Ορέστη Μακρή, καθώς η θρυλική ”Θεία από το Σικάγο” γυριζόταν ταυτόχρονα με το ”Μια ζωή την έχουμε”:

Έπρεπε νά’ρθει η ακατονόμαστη για να κατουρήσουμε σαν άνθρωποι…

Παρ’ όλο το προμόσιον, η ταινία ”Μια ζωή την έχουμε” του καλού σκηνοθέτη Γιώργου Τζαβέλλα με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και με συμπρωταγωνιστή της Σανσόν, τον Δημήτρη Χορν, αγαπημένο παιδί του Φίνου, δεν περπάτησε.

Έκανε πρεμιέρα στις 8 Μαΐου του 1958 και έκοψε 98.584 εισιτήρια στην α’ προβολή της στην Αθήνα. Αντίθετα, η ”Θεία από το Σικάγο”, που γυρίστηκε ως ”παρακατιανή” ταινία, ήρθε πρώτη σε εισπράξεις την ίδια χρονιά.

Έκτοτε, η Υβόν Σανσόν, επιστρέφοντας στην Ιταλία, συνέχισε να παίζει στον κινηματογράφο. Ξεχωριστές οι συμμετοχές της στις ταινίες ”This angry age” (1958) του Ρενέ Κλεμάν, στο πλάι του Άντονι Πέρκινς και της Σιλβάνα Μανγκάνο και ”World of miracles” (1959) του Λουίτζι Καπουάνο με τη Βίρνα Λίζι.

Με την είσοδο στη δεκαετία του 1960, περιορίστηκαν και οι εμφανίσεις της στο σινεμά. Ακόμη μία κομεντί, ένα σπαγγέτι γουέστερν και φτάνουμε ίσως στον σημαντικότερο ρόλο της καριέρας της, αυτόν της μητέρας της Τζούλια (Στεφανία Σαντρέλι), στο πολιτικό δράμα ”Il Conformista” (1970) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι – η ταινία ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Άρκτο στο 20ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Στα δικά μας κινηματογραφικά δρώμενα η Υβόν Σανσόν θα επιστρέψει το 1971, συμμετέχοντας στη δεύτερη και τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του καλού σκηνοθέτη Κωστή Ζώη. Τίτλος της, ”Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι εμείς”, σε σενάριο του Ζώη και του Κώστα Μουρσελά.

Αυτή θεωρητικά ήταν και η τελευταία της εμφάνιση στον κινηματογράφο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στη Μπολόνια της Ιταλίας κοντά στην κόρη της. Όταν η Υβόν Σανσόν πέθανε σε ηλικία 78 ετών, το ημερολόγιο έδειχνε 23 Ιουλίου του 2003.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το lifo.gr

[sc:4]

Categories
Οι Αναμνήσεις μας

Οι Αναμνήσεις μας: Σαμψών. Ο μασίστας που έσπαγε μάρμαρα με το κεφάλι και περνούσαν από πάνω του τριαξονικά φορτηγά. (video)

Ο Γιάννης Κεσκελίδης, ο γνωστός μασίστας Σαμψών, μεγάλωσε με τις επιδείξει δύναμης πολλές γενιές Ελλήνων.

[σψ¨3]

Όσοι είχαν την τύχη να τον παρακολουθήσουν ζωντανά, τον θυμούνται με κηλίδες αίματος στο πρόσωπο, καθώς έσπαγε στο κεφάλι του ξύλα μάρμαρα και πέτρες.
Ένα άλλο γνωστό νούμερό του ήταν ότι ξάπλωνε στο δρόμο και περνούσαν πάνω από το σώμα του, τριαξονικά φορτηγά.

Δείτε τον ίδιο να περιγράφει τη ζωή του.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το kirakatina.gr
Categories
Οι Αναμνήσεις μας

Οι Αναμνήσεις μας: Η ιστορία του τραγουδιού, «Ο πασατέμπος»

Αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ’ έγραψε ο Γιώργος Γιαννακόπουλος το 1946 για χάρη του Μανώλη Χιώτη, ο οποίος την ίδια χρονιά στα 25 του χρόνια είχε ήδη συνθέσει την μουσική για τον «Πασατέμπο».

[sc:3]

Το κομμάτι τραγουδήθηκε και παίχτηκε από πολλούς δεξιοτέχνες μουσικούς και ταλαντούχους τραγουδιστές, ενώ φυσικά πολύς κόσμος από το νεαρό ακροατήριο έμαθε για αυτό το κλασικό ρεμπέτικο κομμάτι από την πιο πρόσφατη εκτέλεση του και τους Imam Baildi.

Ο Γιαννακόπουλος, που είναι υπεύθυνος για τους στίχους πολλών γνωστών τραγουδιών (Η ταμπακιέρα, Θέλω κοντά σου να μείνω κ.α.) έγραψε αυτό το κομμάτι για μια γυναίκα που τον πλήγωσε και του φέρθηκε άσχημα, ονόματι Μαρίνα Σμυρνάκη.

Διαβάζουμε τις δηλώσεις του σχετικά με τους στίχους του τραγουδιού στο “Εδώ Αθήναι”, τεύχος Ιανουαρίου του 1948, πως όσοι γνώριζαν την ιστορία του και τον καημό του, μετά την κυκλοφορία του τραγουδιού, όταν ήθελαν να αναφερθούν στην κλέφτρα της καρδιάς του Γιαννακόπουλου, δεν χρησιμοποιούσαν το όνομα της, παρά μόνο την αποκαλούσαν “ο πασατέμπος”.

 

 

[sc:5]

Ο Μανώλης Χιώτης είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που κυκλοφορεί ξανά δίσκο, τον πρώτο στην χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού κατά την διάρκεια του πολέμου είχαν πάψει οι φωτογραφήσεις και οι κοπές δίσκων.

Ο δίσκος που κυκλοφόρησε από την His Master’s Voice περιείχε τον «Πασατέμπο», με την φωνή της Ιωάννας Γεωργακοπούλου και του Στελλάκη Περπιανίδη.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά, ο «Πασατέμπος» κάνει πολλούς κεραυνοβολημένους και ερωτικά απογοητευμένους να ταυτίζονται με τον πόνο του Γιαννακόπουλου και την μουσική του μεγάλου ρεμπέτη από την Θεσσαλονίκη.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το kirakatina.gr
[sc:4]
Categories
Παρασκήνιο

Μπέτυ Αρβανίτη: Με πειράζει πολύ που γερνάω

Η Μπέτυ Αρβανίτη σε συνέντευξή της μίλησε για την καριέρα της αλλά και εξομολογήθηκε αν φοβάται που μεγαλώνει.

[sc:3]

Φαντάζοµαι είναι ενοχλητικό κάποιοι να σας θυµούνται ως ντίβα του εµπορικού σινεµά ύστερα από 50 χρόνια παρουσίας στο θέατρο…

«Οχι, δεν είναι ενοχλητικό. Δεν την απαρνούμαι καθόλου εκείνη την εποχή. Σιγά, και λεφτά βγάλαμε, και ωραία περνάγαμε, μια χαρά ήταν… Δεν είναι κάποια άλλη, εγώ είμαι και θυμάμαι πώς ήμουν και τι έκανα. Αλλά ποτέ δεν το πήρα στα σοβαρά, ποτέ δεν με καθόρισε ως άνθρωπο».

Δεν αναπολείτε δηλαδή καθόλου τη ναρκισσιστική αθωότητα εκείνης της εποχής;

«Τον ναρκισσισμό μου, προς Θεού, δεν τον έχω απαρνηθεί ποτέ. Κάνουμε θέατρο και δεν είμαστε νάρκισσοι; Είναι ντροπή να το λέμε. Δεν επέλεξα, όμως, να μείνω η “Μπέττυ”, να αναπαράγω την εικόνα μου στις ταινίες. Θα βαριόμουν. Ίσως, ξέρετε, να είμαι πιο νάρκισσος από αυτό. Εμένα μου αρέσει να αρέσω σε ανθρώπους που εκτιμώ. Με τα χρόνια ο ναρκισσισμός δεν καταπραΰνεται, απλά ανεβαίνει ο πήχης. Δεν ικανοποιείσαι πια με αυτά που κάποτε σε κάλυπταν… Τώρα πλέον, γνωρίζοντας το παιχνίδι, θέλεις να ακούσεις θετικά σχόλια από ανθρώπους που εκτιμάς, κυρίως συναδέλφους (σκηνοθέτες, ηθοποιούς). Αυτών η γνώμη μετράει πια. Και του κοινού φυσικά».

Αναπολείτε σήµερα κοµµάτια του παλιού σας εαυτού; «Τι εννοείτε; Αν με πειράζει που γερνάω; Με πειράζει πολύ (γελάει)! Ναι, μόνο η εμφάνιση μου λείπει. Κατά τα άλλα, δεν νομίζω ότι έχω αλλάξει, δεν χάθηκε κάτι στην πορεία. Τις αντοχές, είναι περίεργο, δεν τις έχω χάσει. Βλέπω άλλες γυναίκες της ηλικίας μου να περπατούν αλλιώς, να στέκονται αλλιώς… Εγώ δεν έχω τέτοια θέματα, και αυτό είναι μπερδευτικό μερικές φορές. Αλλά και βέβαια θα ήθελα να είμαι πιο νέα, τρελή είμαι να μη θέλω; Ξέρετε, όμως, τι συμβαίνει μεγαλώνοντας; Γίνεται κανείς πιο αφαιρετικός. Φεύγουν τα πολλά στολίδια, οι δηθενιές, τα προβλήματα, οι φόβοι, και αυτό ίσως οδηγεί πάλι σε μια μεγαλύτερη αθωότητα. Δεν μπορεί μεγαλώνοντας μόνο να χάνεις δέρμα, ομορφιά, σώμα, τούτο, εκείνο, το άλλο. Κάτι πρέπει να κερδίζεις. Αφαιρώντας, μένει περισσότερη ουσία. Αυτό κάνει καλό και στο θέατρο».

Αναδημοσίευση άρθρου απο το gossip-tv.gr

[sc:4]

Categories
Παρασκήνιο

Η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Δελησταύρου, ο υιός και οι γαμπροί

Το «Δελησταύρου και Υιός» του Αλέκου Σακελλάριου παίχθηκε ως θεατρική παράσταση το 1956, με μεγάλη επιτυχία και ένα χρόνο αργότερα, το 1957, γυρίζεται και ταινία, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.

[sc:3]

Το 1965 η ταινία ξαναγυρίζεται ως ριμέικ, με τίτλο «Υιέ μου, υιέ μου» και πρωταγωνιστές τους Δημήτρη Κωνσταντάρα και Κώστα Καρρά.

Αυτή τη φορά σε σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη και σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου.

Ωστόσο η ταινία αυτή φαίνεται ότι είχε ακόμα πολύ …δρόμο.

Κι αυτό γιατί το 1971, ο Σακελλάριος παίρνει την απόφαση – και το ρίσκο – να την γυρίσει ξανά, με άλλο φυσικά τίτλο, αλλά με γυναίκα στη θέση της πρωταγωνίστριας.

Η γυναίκα αυτή ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου και ο τίτλος της ταινίας «Ζητείται επειγόντως γαμπρός».

Στην ταινία, η Βλαχοπούλου δείχνει για άλλη μια φορά το τεράστιο ταλέντο της, υποδυόμενη μια ώριμη χήρα, η οποία προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της με νεότερους άνδρες, και στην προσπάθειά της να προσελκύσει την προσοχή τους κάνει παράτολμα για την ηλικία της πράγματα, προσφέροντας άφθονο γέλιο, αλλά και πίκρα, αφού στο τέλος πάντα κάτι γίνεται και οι προσπάθειές της πέφτουν στο κενό.

[sc:5]

Στο τέλος βέβαια, και μετά από πολλές αποτυχίες, βρίσκει παρηγοριά σε έναν άνδρα της ηλικίας της, τον οποίο υποδύεται ο Ανδρέας Φιλιππίδης.

Την ταινία σκηνοθετεί και πάλι ο Αλέκος Σακελλάριος, σε μουσική του Γιώργου Κατσαρού.

Μαζί με τη Βλαχοπούλου, εκτός από τον Φιλιππίδη, πρωταγωνιστούν ο Ανδρέας Μπάρκουλης, η Μπέτυ Λιβανού, η Άννα Κυριακού, ο Παύλος Λιάρος και ο Βασίλης Ανδρονίδης.

Η ταινία σημειώνει μεγάλη επιτυχία από την πρώτη κιόλας προβολή της, κόβοντας στην Αθήνα 327.366 εισιτήρια.

Εκείνη τη σεζόν βρέθηκε στην 6η θέση, ανάμεσα σε 90 ταινίες.

Στην ταινία τραγουδούν ακόμα η Μαρίνα, ο Γιάννης Πάριος και ο Κώστας Προκοπίου, σε μουσική του Γιώργου Κατσαρού.

Εξαιρετική η ερμηνεία και του τραγουδιού «΄Ηρθες», από την ίδια την Βλαχοπούλου.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το gazzetta.gr

[sc:4]

Categories
Φιλμογραφία

Η Καφετζού (1956)

Η ταινία κατάφερε να πάρει τη δεύτερη θέση σε εισπράξεις από το σύνολο των 30 ελληνικών ταινιών της χρονιάς αυτής.

Η Γεωργία Βασιλειάδου ερμηνεύει το μοναδικό ρόλο στην καριέρα της που περιλαμβάνει και δραματικά στοιχεία εκτός από κωμικά.

Περίληψη

Ένας νεαρός απόφοιτος της οδοντιατρικής, δουλεύει σε ένα καφενείο για το χαρτζιλίκι του. Στην πίσω αυλή του καφενείου μένει μία κυρία που εργάζεται ως “καφετζού”. ‘Όταν η καφετζού μετακομίζει, ο νεαρός πείθει μία πλύστρα να την αντικαταστήσει, και την βοηθάει ψαρεύοντας τον σοφέρ της εκάστοτε πελάτισσας για τη ζωή τους. Ο νεαρός έχει σχέση με μία κοπέλα, την οποία όμως δεν μπορεί να παντρευτεί λόγω της φτώχειας του. Κάποια μέρα, η μητέρα της κοπέλας χάνει ένα πανάκριβο δαχτυλίδι και επισκέπτεται την πλύστρα- “καφετζού”. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι αποκαλύψεων σε σχέση με τον πατέρα της κοπέλας, ο οποίος στα νιάτα του είχε κοροϊδέψει την “καφετζού” κλέβοντας της το εν λόγω δαχτυλίδι. Έτσι, η “καφετζού” απαιτεί από τον πατέρα της κοπέλας να παντρέψει την κόρη του με τον νεαρό και να του ανοίξει οδοντιατρείο για να μην τον καταδώσει στην αστυνομία.

[sc:3]

  • Παραγωγή: Finos Film
  • Κατηγορία: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος
  • Σενάριο: Αλέκος Σακελλάριος, Γιώργος Ασημακόπουλος
  • Διάρκεια: 89΄
  • ‘Α Προβολή: 29 Οκτωβρίου 1956
  • Εισιτήρια: 137.267
  • Ηθοποιοί:
    Γεωργία Βασιλειάδου, Μίμης Φωτόπουλος, Βασίλης Αυλωνίτης, Σμαρούλα Γιούλη, Ελένη Ζαφειρίου, Περικλής Χριστοφορίδης, Claude Sabatou, Γιώργος Δαμασιώτης, Γιάννης Ρούσσος, Μπέτυ Μοσχονά, Ράλλης Αγγελίδης, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Κώστας Παπαχρήστος, Νίκη Λινάρδου, Νίκος Φέρμας, Κονστάνς Σπυροπούλου, Κώστας Μεντής, Γιώργος Βελέντζας, Λίλη Μαρίνου
  • Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης
  • Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
  • Χορογραφία: Μανώλης Καστρινός, Χρυσούλα Ζώκα
  • Σκηνογραφία: Μάρκος Ζέρβας
  • Μακιγιάζ: Σταύρος Κελεσίδης
  • Τραγούδι: Σούλη Σαμπάχ
  • Μοντάζ: Ντίνος Κατσουρίδης

[sc:4]

Categories
Παρασκήνιο

Η Θεοχάρη Κυβέλη στην ταινία, «Η Άγνωστος»

Στις 26 Μαρτίου του 1956 κάνει πρεμιέρα η δραματική ταινία του Ορέστη Λάσκου «Η Άγνωστος» με την μεγάλη πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου Θεοχάρη Κυβέλη , να συμμετέχει για πρώτη και τελευταία φορά σε ομιλούσα κινηματογραφική ταινία.

[sc:3]

Η υπόθεση της ταινίας αφορά μια γυναίκα από οικογένεια «ανώτερης» κοινωνικής τάξης, η οποία εγκαταλείπει τον αυστηρό σύζυγό της, για τον νεαρό εραστή της.

Κάποια μέρα, όταν μαθαίνει ότι το παιδί της είναι πολύ άρρωστο, επιστρέφει για να το δει, αλλά ο άντρας της τη διώχνει.

Χρόνια μετά, γυναίκα του υποκόσμου πλέον, μαθαίνει πως ο εραστής της ετοιμάζεται να εκβιάσει τον πρώην σύζυγο της και σε μία βίαιη σκηνή μεταξύ τους, τον σκοτώνει.

Στη δίκη που ακολουθεί, δικηγόρος της κατηγορουμένης ορίζεται ο ίδιος ο γιος της, ο οποίος δεν τη γνωρίζει, και η κατάληξη θα είναι δραματική.

[sc:5]

Η ταινία ξεχώρισε αμέσως τόσο για την εκθαμβωτική ερμηνεία της Κυβέλης, όσο και για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πλοκή της, την οποία ενισχύει η σκηνοθετική μαεστρία του Λάσκου.

Στην πρώτη της προβολή, η ταινία έκοψε 111.065 εισιτήρια σε Αθήνα-Πειραιά.

Εκτός από το σενάριο, ο Λάσκος είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. Η «Άγνωστος» αποτελεί διασκευή της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του Αλεξάντρ Μπισόν και ήρθε τρίτη εισπρακτικά από το σύνολο των 22 ελληνικών ταινιών εκείνης της χρονιάς.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το gazzetta.gr

[sc:4]

Categories
Οι Αναμνήσεις μας

Οι Αναμνήσεις μας: Ταξίδι στον χρόνο. Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα – Πειραιά πριν 148 χρόνια; (φωτογραφίες)

[sc:3]

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα

 

Στις 27 Φεβρουαρίου 1869, όταν η ατμομηχανή με τα έξι βαγόνια και με επιβάτες τη Βασίλισσα Όλγα, τον πρωθυπουργό Ζαΐμη, υπουργούς, διπλωμάτες, στρατιωτικούς και άλλους επισήμους ξεκινούσε το πρώτο της δρομολόγιο από το Θησείο για τον Πειραιά.

Η σύνδεση με σιδηροδρομικές γραμμές της Αθήνας με τον Πειραιά ήταν πλέον πραγματικότητα και θεωρείτο κοσμοϊστορικό γεγονός.

Ολη η ιστορία της σύνδεσης του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας με το κέντρο της πρωτεύουσας περιλαμβάνεται στο Μουσείο Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων που άνοιξε τις πύλες του το 2005.

Για την ιστορία, η δημιουργία του μουσείου ήταν όραμα Μανώλη Φωτόπουλου , υπάλληλου των Η.Σ.Α.Π., από το 1990.

Ο ίδιος ξεκίνησε να συλλέγει υλικό και να αναζητεί τρόπους υλοποίησης του οράματός του το 1995.

Ετσι, όλα τα ιστορικής αξίας ευρήματά του εκτίθενται σε χώρο στον σταθμό ΗΣΑΠ του Πειραιά.

Με την είσοδο του στο μουσείο, ο επισκέπτης μεταφέρεται αυτόματα σε άλλη εποχή βλέποντας τα πρώτα βαγόνια, τους σταθμούς, τα εισιτήρια, αλλά και τη μακέτα κατασκευής της σήραγγας.

Κυριαρχεί το παλιό ξύλινο βαγόνι, που πλαισιώνεται με μηχανήματα ελέγχου των συρμών, αντικείμενα και εργαλεία από τα εκδοτήρια εισιτηρίων, παγκάκι, ρολόγια, πινακίδες…

[sc:33]

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 1

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 2

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 3

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 4

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 5

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 6

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 8

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 9

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα11

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα 12

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα13

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα14

Πώς ήταν ο ηλεκτρικός Αθήνα15

 

Αναδημοσίευση άρθρου απο το athensmagazine.gr

[sc:2]

 

[sc:4]

 
Categories
Οι Αναμνήσεις μας

Οι Αναμνήσεις μας: Η ιστορία του πιο ευπώλητου ελληνικού δίσκου όλων των εποχών

[sc:3]

Γιάννης Πουλόπουλος

Γιάννης Πουλόπουλος

 

Τo 1969 ο Μίμης Πλέσσας και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχαν ήδη δημιουργήσει τις πρώτες τους κοινές επιτυχίες για τον ελληνικό κινηματογράφο: «Μην του μιλάτε του παιδιού», «θα πιω απόψε το φεγγάρι», «Άνοιξε πέτρα» κ.ά.

Η συνεργασία τους είχε οδηγήσει και σε μια στενή φιλία.

Περνούσαν αρκετές ώρες ο ένας στο σπίτι του άλλου.

Ένα βράδυ, ο Μ. Πλέσσας είχε επισκεφθεί τον Λ. Παπαδόπουλο στο σπίτι του, όταν ο δεύτερος δέχθηκε τηλεφώνημα από την εφημερίδα «Τα Νέα» στην οποία εργαζόταν από τότε ως δημοσιογράφος.

Περιμένοντάς τον, ο Μίμης Πλέσσας χάζευε κάποια χαρτιά απλωμένα στο γραφείο του. «Αρχισα να διαβάζω κι ένιωσα να με πλημμυρίζει μια ανείπωτη τρυφεράδα.

Τα γραπτά του Λευτέρη περιέγραφαν τα εφηβικά μου χρόνια στην Κατοχή.

Μάζεψα όσα βρήκα εκεί μπροστά μου – ήταν δώδεκα», αναφέρει ο συνθέτης.

Με τα τραγούδια ανά χείρας, ο Μ. Πλέσσας ζήτησε από τον Λ. Παπαδόπουλο την άδεια να τα μελοποιήσει.

Ο στιχουργός τού τα έδωσε απρόθυμα.

Δεν πίστευε ότι μπορούσαν να γίνουν τραγούδια, αφού μόνο ένα από αυτά είχε την παραδοσιακή μορφή «κουπλέ – ρεφρέν».

Δύο μέρες μετά ο Μίμης Πλέσσας τα είχε συνθέσει όλα (και τα δώδεκα).

Οι δύο δημιουργοί παρουσιάζουν τα τραγούδια στον τότε διευθυντή της ΛΥΡΑ Αλέκο Πατσιφά, ο οποίος δίνει και τον τίτλο στο έργο: «Ο Δρόμος».

Η προετοιμασία του δίσκου συνεχίζεται με τους ίδιους αστραπιαίους ρυθμούς:

Η ηχογράφηση της ορχήστρας στα στούντιο της «Κολούμπια» κρατάει μόνο δέκα ώρες. «Λες και οι μουσικοί που ήρθαν για να παίξουν ήξεραν από πριν το έργο!», σημειώνει ο Μ. Πλέσσας.

Δύο μέρες μετά, έρχονται οι τραγουδιστές (Γιάννης Πουλόπουλος, Ρένα Κουμιώτη και Πόπη Αστεριάδη) και ηχογραφούν «μια κι έξω» τα τραγούδια.

 

[sc:33]

Οι συντελεστές είναι ενθουσιασμένοι με το υλικό, δεν καταφέρνουν όμως να συμφωνήσουν ποιο από τα δώδεκα τραγούδια ξεχωρίζει ως «η επιτυχία του δίσκου».

Ο Πατσιφός τάσσεται υπέρ τού «Ξημερώνει Κυριακή», ο Πλέσσας υπέρ τού «Μέθυσ’ απόψε το κορίτσι μου», ενώ στον Παπαδόπουλο αρέσει πιο πολύ απ’ όλα το «Πήρα σύννεφο δυο τόπια».

Ο δίσκος κυκλοφορεί, ξεπερνά τις 50.000 πωλήσεις (έχει καταχωρισθεί ως ο πρώτος «χρυσός» ελληνικός δίσκος) αλλά -εν μέσω δικτατορίας- δεν παίζεται από το κρατικό ραδιόφωνο.

Το βασισμένο στα τραγούδια του δίσκου θεατρικά έργο «Ο δρόμος», που παρουσιάζεται στο θέατρο «Κατίνα Παξινού», κατεβαίνει εσπευσμένα λόγω παρεμβάσεων της λογοκρισίας.

Μόνο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας ο δίσκος θα δείξει τη δυναμική του.

Τα τραγούδια γίνονται -το ένα μετά το άλλο και με προεξάρχον το «Αγαλμα»- επιτυχίες. Μέχρι σήμερα, ο «Δρόμος» έχει πουλήσει πάνω από 2.000.000 αντίτυπα και είναι ο πιο εμπορικός δίσκος στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας.

Ο κατάλογος των τραγουδιών του δίσκου με έξι κομμάτια στην κάθε πλευρά

Α1 Γέλαγε η Μαρία – Γιάννης Πουλόπουλος
Α2 Φραγκοκλησά Γιάννης Πουλόπουλος – Πόπη Αστεριάδη
Α3 Μέθυσ’ απόψε το κορίτσι μου – Γιάννης Πουλόπουλος
Α4 Ο Τρελλός – Γιάννης Πουλόπουλος
Α5 Πρώτη φορά – Ρένα Κουμιώτη
Α6 Πήρα σύννεφο δυο τόπια – Γιάννης Πουλόπουλος
Β1 Ξημερώνει Κυριακή – Γιάννης Πουλόπουλος
Β2 Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα – Γιάννης Πουλόπουλος
Β3 Δώδεκα μαντολίνα – Γιάννης Πουλόπουλος
Β4 Το Άγαλμα – Γιάννης Πουλόπουλος
Β5 Δώσε Μου Το Στόμα Σου – Ρένα Κουμιώτη
Β6 Έπεφτε Βαθειά Σιωπή – Γιάννης Πουλόπουλος
 
 
Αναδημοσίευση άρθρου απο το kirakatina.gr
[sc:2]
 
[sc:4]
Categories
Οι Αναμνήσεις μας

Οι Αναμνήσεις μας: «ΤΑΡΖΑΝ», ο θρύλος του Ράλλυ Ακρόπολις. Η ιστορία του Μπάρμπα-Γιώργου Μπούργου από τη Φουρνά και η 2η πιο γνωστή παγκοσμίως ειδική

[sc:3]

Ο «Ταρζάν» στη θέση «Ζαχαράκη», στη Φουρνά Ευρυτανίας, ήταν η 2η πιο γνωστή παγκοσμίως ειδική διαδρομή του ράλλυ Ακρόπολις μετά τις ειδικές διαδρομές Βωξίτες – Καρρούτες – Προσήλιο και ταυτόχρονα η πιο σκληρή και καταστρεπτική ειδική διαδρομή στην ιστορία του Ράλλυ Ακρόπολις.

Το όνομα Ταρζάν προέκυψε από τον Γιώργο Μπούργο ο οποίος καταγόταν από τη Φουρνά της Ευρυτανίας, ζούσε στην Αθήνα και ήταν αστυφύλακας. Το ράλλυ Ακρόπολις περνούσε από την καλύβα του «Ταρζάν» από το 22ο ράλι του 1975. Τότε η ειδική διαδρομή ονομαζόταν «Φουρνά». Με την ονομασία «Ταρζάν» πρωτοεμφανίζεται στο 26ο ραλλυ το 1979.

Ο οποίος καταγόταν από τη Φουρνά της Ευρυτανίας, ζούσε στην Αθήνα και ήταν αστυφύλακας. Το ράλλυ Ακρόπολις περνούσε από την καλύβα του «Ταρζάν» από το 22ο ράλι του 1975. Τότε η ειδική διαδρομή ονομαζόταν «Φουρνά». Με την ονομασια «Ταρζάν» πρωτοεμφανίζεται στο 26ο ραλλυ το 1979.

Έτσι λοιπόν πήρε την μεγάλη απόφαση, παράτησε την πρωτεύουσα και επέστρεψε στον τόπο της καταγωγής του για να περάσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Μιας ζωής που διήρκεσε κι άλλα 52 χρόνια γιατί το οξυγόνο του βουνού, η ηρεμία, η γαλήνη του τοπίου και της ψυχής γιάτρεψαν τον κυρ-Γιώργη κι ανέτρεψαν τις επιστημονικές προβλέψεις!

Η καλύβα του Ταρζάν βρίσκεται στην τοποθεσία «Ζαχαράκη» στα σύνορα των νομών Φθιώτιδας, Ευρυτανίας και Καρδίτσας. Απέχει μόλις 6 χλμ. από τη Ρεντίνα, 12 χλμ. από τα Φουρνά, 52 χλμ. από το Καρπενήσι και 80 χλμ. από τη Λαμία.

Η τοποθεσία πήρε το όνομά της από τον Ρεντινιώτη Κώστα Ζαχαράκη ο οποίος στα 36 του χρόνια, στα Τρίκαλα το 1822, έχασε τη ζωή του στην εξέγερση εναντίων των Τούρκων. Ο Κώστας Ζαχαράκης που ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας είχε χτίσει μια βρύση σ’ αυτόν τον τόπο κι έτσι το μέρος πήρε το όνομά του.

Το ράλλυ Ακρόπολις περνούσε από την καλύβα του Ταρζάν από το 22ο ράλι του 1975. Τότε η ειδική διαδρομή ονομαζόταν «Φουρνά».

Ειδική με αυτούσιο το όνομα Ταρζάν πρωτοεμφανίζεται στο 26ο του 1979 (σ’ εκείνον τον συγκλονιστικό αγώνα που μόνο στο 1ο σκέλος Αθήνα – Καλαμπάκα Ι εγκατέλειψαν 79 αυτοκίνητα) και στο επόμενο 27ο του 1980 μετονομάζεται σε νέος Ταρζάν.

Έξι χρόνια αργότερα στο 33ο του 1986 η ειδική εμφανίζεται ξανά στον αγώνα ως Ταρζάν στην κλασική της έκδοση των εφιαλτικών 30,3 χλμ ανάμεσα σε απίστευτης ομορφιάς βουνίσια τοπία.

Ξεκινούσε από την καλύβα του Ταρζάν και τερμάτιζε στο γήπεδο της Τσούκας πριν το μαγικό κατηφόρι.

 

[sc:33]

Η παρουσία της ειδικής στον εθνικό μας αγώνα είναι συνεχής μέχρι και το 42ο του 1995. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε μετονομαστεί σε Ρεντίνα – Ταρζάν αφού χρησιμοποιούσε το 2ο μισό του κλασικού Ταρζάν (τερματισμός στην Τσούκα).

Το 2003 στην εορταστική 50ή διοργάνωση του εθνικού μας αγώνα, η ειδική που μάλιστα διεξήχθη δύο φορές, είχε απλώς το θρυλικό όνομα του Ταρζάν όχι όμως και τη γοητεία…

Ο Ταρζάν είχε τη δική του φιλοσοφία, τυπωμένα πάνω σε σανίδες, άλλα μέσα κι άλλα απ’ έξω με μεγάλα γράμματα να διαβάζονται από μακριά:

-Παραπονιόμουν που δεν είχα παπούτσια ως τη στιγμή που είδα κάποιον που του έλλειπαν τα πόδια.
-Το σήμερα έφυγε, το αύριο δεν ήρθε ακόμα, μην το αφήσεις να πάει χαμένο.
-Όστις την γλώσσαν της αληθείας ομιλεί, στερείται φίλων και εχθρών.
-Γνώρισα ανθρώπους κι αγάπησα τα ζώα.

Ο αγαπημένος όλων των Ελλήνων αλλά και πολλών παγκόσμιων οδηγών, ο Ταρζάν, ο κυρ-Γιώργης Μπούργος, έφυγε από την ζωή τον χειμώνα του 1992 σε ηλικία 92 ετών!

Ο χειμώνας με τα χιόνια του ήταν πολύ βαρύς για την ήδη ταλαιπωρημένη υγεία του γέροντα. Εκεί στην καλύβα -κέντρο του κόσμου του εγκατέλειψε τα εγκόσμια ο ανένταχτος γέροντας όπως σκέφτηκε μισό αιώνα πριν… Κρατώ στην μνήμη μου τι έγραφαν οι 4Τροχοί στην Ειδική Έκδοση: «Οδηγός του Θεατή» για το 42ο Ακρόπολις του 1995: «Ο θρύλος πέθανε, η ειδική άλλαξε πορεία αλλά και φιλοσοφία»

Παρ’ ότι ο Ταρζάν ήταν μια πολύ ξεχωριστή ειδική, όλοι οι παγκόσμιοι οδηγοί του W.R.C. που την είχαν τρέξει την αγαπούσαν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Οριόλ που τον Ιούνιο του 1991 οδηγώντας την FINA – Integralle διάλυσε εκεί τροχό – ζάντα -ανάρτηση χάνοντας την αρχηγία και τη νίκη στον αγώνα! Παρ’ όλα αυτά δήλωνε πως ήταν η αγαπημένη του Ακροπολική Ειδική Διαδρομή.

Ο Κώστας Στεφανής σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Βασίλη Τσακίρογλου που δημοσιεύτηκε στο «Επτά Ημέρες» της «Καθημερινής» την Κυριακή 30 Μαίου 2004, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, μιλάει για τον Ταρζάν και τη σχέση που είχαν:

«Ένας μοναχικός άνθρωπος στον Τυμφρηστό…» «Για εμένα το Ακρόπολις είναι ο «Ταρζάν», ένας μοναχικός άνθρωπος του βουνού που έμενε σ’ ένα σπιτάκι του δάσους στον Τυμφρηστό, μετά το χωριό Ζαχαράκη, πηγαίνοντας προς Φουρνά.

Εκεί γινόταν μια από τις χαρακτηριστικές και διάσημες ειδικές διαδρομές του Ακρόπολις και είχε πάρει το όνομά της ακριβώς από το καλύβι του μπάρμπα-Γιώργου, του Ταρζάν, του οποίου το επώνυμο δεν έμαθα ποτέ.

Ήταν ένας μοναχικός τύπος, κοντούλης, καραφλός, ο οποίος με αποκαλούσε «ανιψούδι». Κάθε φορά τον ρωτούσα:

–«Τι να σου φέρω, μπάρμπα, την άλλη εβδομάδα που θα έρθω για δοκιμές;»
– «Καφέ, ζάχαρη και τσιγάρα», έλεγε εκείνος πάντοτε.
– «Τι τσιγάρα;»
– «Ότι να ‘ναι», επέμενε.
– «Μα, δεν μπορεί. Για τη ζάχαρη και τον καφέ πες ότι δεν πειράζει, τι μάρκα είναι. Αλλά για το τσιγάρο που καπνίζεις, για το λαιμό σου, πρέπει να έχεις προτίμηση».
– «Τι μου λες τώρα; Ξέρεις τι καπνίζω το χειμώνα, όταν είμαι αποκλεισμένος από τα χιόνια; ‘‘Καθημερινή’’ και πουρνάρι. Τρίβω πουρναρόφυλλα, κόβω εφημερίδα και στρίβω τσιγάρο. Τραβάω δυο τζούρες και πέφτω ξερός για ύπνο».

Κάνοντας δοκιμές για τον αγώνα του 1978, ο Ιαβέρης κι εγώ, ήμασταν στο σπιτάκι του Ταρζάν. Ξαφνικά, μέσα στην ησυχία του δάσους ακούσαμε το μουγκρητό ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου. Σε λίγο έξω από το καλύβι ήταν παρκαρισμένο ένα εργοστασιακό Φίατ Μιραφιόρι και ο οδηγός του, ο Μάρκους Άλλεν χτυπούσε την πόρτα.

Ο Ταρζάν τον κοίταζε απορημένος, έτσι ψηλός και επιβλητικός που ήταν ο Φιλανδός. Ο Ιαβέρης του έκλεισε το μάτι και τον ρώτησε επίτηδες:

«Γουάτ ντου γιου γουόντ του ντρίνκ;»

Ο Άλλεν, πιάνοντας το μήνυμα, είπε: «Ουίσκι».

Ο μπάρμπα-Γιώργος τον κοίταξε εμβρόντητος και ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα περίσκεψης εξήγησε στον παγκόσμιο πρωταθλητή σε άπταιστα ελληνικά, συλλαβιστά όμως για να καταλάβει: «Τι ουίσκι, ορέ ζαγάρ; Εδώ δεν έχουμε λαδάκι για το καντήλι, ουίσκι μου ζητάς;».

Ο μπάρμπα-Γιώργος πέθανε με έναν τραγικό τρόπο, πέθανε από τη σύγχρονη Ελλάδα. Ένα βράδυ εισέβαλαν στο καλύβι του κάτι αλλοδαποί, τον ξυλοκόπησαν άγρια για να του πάρουν όσα χρήματα είχε-που δεν είχε.

Βρέθηκε στο νοσοκομείο στην Αθήνα σε πολύ κακή κατάσταση. Όταν συνήλθε, επέστρεψε στο καλύβι του, δεν άντεχε στην πόλη. Το δασαρχείο της Ρεντίνας του πήγαινε συχνά ξύλα, όμως εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς και το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα.

Έμεινε πολλές ημέρες αποκλεισμένος.

Όταν άνοιξαν τον δρόμο ως το καλύβι του, τον βρήκαν ξυλιασμένο, να πολεμάει με ένα τσεκούρι να σπάσει την πόρτα, προφανώς για να την κάψει στο τζάκι.

Αν μου ζητούσαν να φυλάξω μια εικόνα από το Ακρόπολις, θα κρατούσα τον κόσμο της επαρχίας, τους ανθρώπους που παρατάσσονταν επί χιλιόμετρα για να δουν τα αυτοκίνητα να περνούν.

Περνούσαμε από την Καρδίτσα για να πάμε στην Καλαμπάκα, τα σχολεία της περιοχής δεν άνοιγαν τις μέρες του Ακρόπολις. Και ήταν όλα τα παιδάκια με τις σημαίες στα χέρια και ζητωκραύγαζαν καθώς φτάναμε, πηγαίνοντας – επίτηδες για να τους ευχαριστήσουμε – με τις πάντες μέσα στις πλατείες. Κι εκείνοι ξεσηκώνονταν και φώναζαν. Ήταν γι’ αυτούς, αλλά και για μας, ένα πανηγύρι.»

ΠΗΓΕΣ
1) «Ιστορικές διαδρομές: «Ταρζάν » του Νίκου Σαρατσιώτη, Περιοδικό DRIVE, τεύχος Νο 51, Αθήνα Σεπτέμβριος 2001.
2) Εφημερίδα «Η Καθημερινή», «Επτά Ημέρες», «Η Ντόλυ, ο Πλαπούτας, ο Ταρζάν». Συνέντευξη του Κώστα Στεφανή στον δημοσιογράφο Βασίλη Τσακίρογλου. Αθήνα, Κυριακή 30 Μαΐου 2004.
3) Δημοσίευση: Εφημερίδα «Αχιλλέας» Μακρακώμης.
4) Έρευνα , φωτγραφίες, επιμέλεια: Φάνης Τσάκαλος. Δημοσιευση: xwmatinos.gr
5) Φωτογραφιες: Νικόλάος Γ. Διαμαντής

[sc:2]

[sc:4]